16/04/2025, Πορεία προς το Πάθος και την Ανάσταση με οδηγό τον Προφητικό Λόγο – Δ. Ο φθόνος, η πώρωση και η προδοσία

Μοιραστείτε το άρθρο:

«Μεσάσαμε» την Μεγάλη Εβδομάδα, αγαπητοί φίλοι τη ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, φθάσαμε στο μέσο της, στην Μεγάλη Τετάρτη, μια ημέρα περίεργη ως προς τα γεγονότα τού Θείου Πάθους. Φαινομενικώς, υπάρχει ηρεμία, αλλά πίσω από αυτήν ζημώνονται τα γεγονότα σιωπηρά και μυστικά, όπως το ζυμάρι φουσκώνει ήσυχα και αθόρυβα.

Ο Χριστός και οι Μαθηταί Του ευρίσκονται στα Ιεροσόλυμα από την προηγούμενη Κυριακή. Πολύς λαός τούς συναναστρέφεται με περιέργεια, θέλοντας να δει αυτόν τον Ιησού που ανέστησε τον Λάζαρο, αλλά και με ελπίδα, ότι κάτι καινούριο μπορεί να φέρει αυτός ο «υιός Δαυΐδ», που χόρτασε τους πεντακισχιλίους και τετρακισχιλίους χωρίς τίποτα (!), θεραπεύει αρρώστους και δαιμονισμένους και ανασταίνει νεκρούς.

Έρχονται και οι Φαρισαίοι με τους Γραμματείς να δούν τον Ιησού, οι εκπρόσωποι και φοβεροί τηρητές τού Μωσαϊκού Νόμου· ξωπίσω οι Σαδδουκαίοι, οι άθεοι και ορθολογιστές τής εποχής, που κάτω από την υποκριτική τους ευσέβεια κρύβουν καλά την απιστία τους στο Θεό και την αφοσίωσή τους στον ανέντιμο πλούτο και τον πολυτελή βίο. Όλοι έρχονται να ιδούν τον Ιησού, αλλ’ όχι από πραγματικό ενδιαφέρον· από φόβο, μη θιγούν τα αμαρτωλά κεκτημένα τους, μη χαθεί η εμπιστοσύνη τού λαού στα πρόσωπά τους, μην αποκαλυφθεί η κενότητά τους από τον Ναζωραίο. Έτσι, λοιπόν, είχε βρει εφαρμογή σε όλους αυτούς η Προφητεία τού Ησαΐου, που μίλησε για την πώρωσή τους σχεδόν οκτακόσια χρόνια προ Χριστού. Την Προφητεία μεταφέρει με παρρησία ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του (ιβ΄, 36-41): «Τοσαύτα δε αυτού σημεία πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών ουκ επίστευον εις αυτόν, ίνα ο λόγος Ησαΐου τού προφήτου πληρωθή ον είπε· “Κυριε, τίς επίστευσε τη ακοή ημών; Και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη;Δια τούτο ουκ ηδύναντο πιστεύειν (= χάσανε την δυνατότητα να πιστεύουν), ότι πάλιν είπεν Ησαίας· τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και πεπώρωκεν αυτών την καρδίαν, ίνα μη ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και νοήσωσι τη καρδία…Ταύτα είπεν Ησαίας ότε είδε την δόξαν αυτού και ελάλησε περί αυτού.» Το λυσσαλέο μίσος, η ψυχοβώρα ζήλια, ο τελείως παράλογος φθόνος (έως και ο Πιλάτος το κατενόησε αυτό), τους είχαν οδηγήσει στην πώρωση της συνειδήσεώς τους, εκεί όπου και ο Θεός ακόμη είναι αδύναμος να παρέμβει.

Παρόλα αυτά, ο Ιησούς δεν τους αποφεύγει. Δεν αρνείται να μιλήσει μαζί τους. Αγωνιά για την μεταστροφή τους. Μάλιστα, μεταχειρίζεται και ο Ίδιος τον προφητικό λόγο στα επιχειρήματά Του, αλλά μάταια. Σε κάποια συγκέντρωσή τους λίγο προ τού Πάθους τούς ερωτά: «Τί νομίζετε για τον Μεσσία, τίνος απόγονος είναι; Του απαντούν· του Δαυΐδ. Τους λέγει: Αν είναι τού Δαυΐδ, πώς γράφει ο Δαυΐδ στον Ψαλμό του, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, “Είπε ο Κύριος (= ο Θεός Πατήρ) στον Κύριό μου (= τον Μεσσία), κάθισε στα δεξιά μου, έως ότου κάνω τους εχθρούς σου υποπόδιο για να πατούν τα πόδια σου”; Αν ο Μεσσίας είναι απόγονός του, πώς ο Δαυΐδ τον αποκαλεί Κύριο;» Κανείς δεν ήξερε να απαντήσει, αλλά και κανείς δεν είπε στον Ιησού, «δεν ξέρουμε, αλλά θέλουμε να μάθουμε· πες μας Εσύ, σε παρακαλούμε»· για να επιβεβαιωθεί άλλη μια φορά ο Ησαΐας, που χαρακτήρισε τις καρδιές τους πωρωμένες, ήδη, τον όγδοο αιώνα προ Χριστού!

Αυτή και όλες οι παρόμοιες συζητήσεις τού Ιησού με τους μελλοντικούς θύτες του έγιναν στις αυλές και στα περιστύλια τού Ναού τής Ιερουσαλήμ, τον οποίο μεγαλοπρεπέστατον είχε χτίσει ο Ηρώδης ο Μέγας (μέγας σφαγεύς· αλλά έκτισε τον Ναό…). Από πού, άραγε, να τις παρακολουθούσε κρυφά ο προφήτης Μαλαχίας τον 5ο αι. π.Χ. και έγραψε (γ΄, 1): «Ιδού εγώ εξαποστέλλω τον άγγελόν μου (ενν., ο Ιωάννης ο Πρόδρομος), και επιβλέψεται οδόν προ προσώπου μου, και εξαίφνης ήξει εις τον ναόν εαυτού Κύριος, ον υμείς ζητείτε, και ο άγγελος της διαθήκης, ον υμείς θέλετε· ιδού έρχεται, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.» Πράγματι· αιφνιδίως ήλθε ο Κύριος στον Ναό Του, ο Κύριος τον Οποίο ζητούσε ο εβραϊκός λαός, ο Αγγελιοφόρος της Νέας Διαθήκης, τον Οποίο όλοι επιθυμούσαν.

Κάτω από την επίπλαστη ηρεμία αυτών των πρώτων ημερών τής Εβδομάδας κάτι εργάζεται και κινείται ύπουλα. Ο Ιούδας Ισκαριώτης σκέφτεται, μελετά, προετοιμάζει την Προδοσία. Ως Μαθητής τού Χριστού είναι πρόσωπο υπεράνω πάσης υποψίας. Κανείς δεν φαντάζεται, τί έχει στο νου του ο Ιούδας. Και όμως, κάποιος το εγνώριζε ήδη χίλια χρόνια νωρίτερα. Το απεκάλυψε το Άγιο Πνεύμα στον Προφητάνακτα Δαυΐδ και εκείνος έγραψε στον 40ο Ψαλμό του: «Ο άνθρωπος τής ειρήνης μου (= ο επιστήθιος φίλος μου), εφ᾿ ον ήλπισα, ο εσθίων άρτους μου, εμεγάλυνεν επ᾿ εμέ πτερνισμόν.»

«Του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ΄, 2), «πορευθείς… προς τους αρχιερείς είπε· Τί θέλετέ μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια» (Ματθ. κς΄, 14-15). Όλα έγινα κρυφά, προσεκτικά, αθόρυβα. Εσύ, όμως, άγιε Προφήτα Ζαχαρία, πώς τα προεγνώριζες πέντε αιώνες νωρίτερα, μάλιστα με τόσες και τέτοιες λεπτομέρειες (ια΄, 12); «Και ερώ προς αυτούς· ει καλόν ενώπιον υμών εστι, δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε (= αρνηθείτε)· και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς.»

Θα πει ο δύσπιστος. «Ε, σύμπτωση.» Ναι, αλλά, σαν πολλές συμπτώσεις δε μαζεύονται; Γιατί…, πού να δείτε, αγαπητοί αναγνώστες τής ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, τί μας επιφυλάσσουν τα επόμενα!

(Συνεχίζεται)

ΔΕΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ