07/03/2025, «Θυσία αινέσεως…» και τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Μοιραστείτε το άρθρο:

Μας αξίωσε ο Κύριος να περάσουμε το Κατανυκτικό Τριώδιο και να διαβούμε το κατώφλι της Μ. Τεσσαρακοστής, παίρνοντας τον ανήφορο προς το Άγιον Πάσχα. Κατά την περίοδο που διανύουμε η Εκκλησία μάς προτρέπει να αυξήσουμε τις προσπάθειές προς έναν αγώνα κατάκτησης και αύξησης της κατά Χριστόν αρετής. Σκοπός, λέει η Εκκλησία, είναι η Σωτηρία και κέρδος η Βασιλεία τού Θεού, αλλά πολλοί Πατέρες έφθασαν πέρα από αυτή τη μισθαποδοτική αντίληψη, λέγοντας ότι ο αγώνας για αρετή πρέπει να έχει μοναδικό κίνητρο την ευγνωμοσύνη προς τον Τριαδικό Θεό και την αγάπη για τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, τον Ενανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον. Αγάπη χωρίς όρια, εξαιρέσεις, ιδιοτέλεια, προϋποθέσεις, που δεν να κρατά τίποτε για το «θέλω», αγάπη που θα εξελιχθεί σε μεγάλο και βαθύ έρωτα, Θείο Έρωτα.


Αλλά, πώς πρέπει να συμπορευθεί η Ψαλτική Τέχνη σε αυτή την πορεία τού πιστού; Διότι, δεν μπορεί ο λαός να αγωνίζεται και η Ψαλτική να του δημιουργεί σκάνδαλα και προσκόμματα. Ένα εμπόδιο και σκάνδαλο στη Λατρεία μας είναι ο χρησιμοποιούμενος στην Ψαλμωδία Ηλεκτρονικός Ισοκράτης, ένα αναμφιβόλως ηλεκτρονικό μουσικό όργανο.


Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε πάντοτε επιφυλακτική σε προπέτειες και καινοτομίες, οι όποιες συγκρούονται με τον σεμνό χαρακτήρα τής Λατρείας της και είναι πιθανό να αποβούν επιζήμιες στην πνευματικότητά της. Τα μουσικά όργανα έφερναν στην πρώιμη Εκκλησία ζωηρές μνήμες από το ειδωλολατρικό παρελθόν και την Εβραϊκή Λατρεία. Έτσι, οι Άγιοι Πατέρες αντιτάχθηκαν σθεναρά στην εισαγωγή μουσικών οργάνων στη Λατρεία και στην απερίσκεπτη εκκοσμίκευση των ναών από θεατρικά δρώμενα και θεάματα. Ως κατάλληλο «όργανο» για την ανύμνηση του Κυρίου δέχθηκαν τη ζώσα φωνή, το μόνο φυσικό μουσικό όργανο, δημιούργημα και προσφορά τού Θεού στον άνθρωπο και κατοχύρωσαν την επιλογή αυτή με θεόπνευστα επιχειρήματα. Ο Χρυσόστομος παρατηρεί: «Το παλαιόν ούτως ήγοντο διά των οργάνων τούτων, διά την παχύτητα της διανοίας αυτών και το άρτι απεσπάσθαι από των ειδώλων. Ώσπερ ουν τας Θυσίας συνεχώρησε, ούτω και ταύτα επέτρεψεν, συγκαταβαίνων αυτών τη ασθενεία». Ο Μ. Αθανάσιος, πάλι, δικαιολογεί τη χρήση των Ψαλμών των Αίνων στον Όρθρο, έτσι: «Το αινείν τον Θεόν εν κυμβάλοις ευήχοις και κιθάρα και δεκαχόρδω ψαλτηρίω, σύμβολον πάλιν ην και σημαντικόν τού συγκείσθαι μεν νομίμως τα μέλη τού σώματος ως χορδάς, τους δε λογισμούς τής ψυχής ως κύμβαλα γίνεσθαι, και λοιπόν τη ηχή και τω νεύματι του Πνεύματος ταύτα πάντα κινείσθαι και ζην». Παραλλήλως, προτρέπει αυστηρώς, «μη διά κιθάρων».
Από νεότερους θεολόγους, ο Α.Δ. Δελήμπασης θεωρεί πτώση «εις την αίρεσιν του Ιουδαϊσμού» όσων «ενοργάνως λατρεύουσι τον Θεόν»: «Λατρεύων ο χριστιανός τον Θεόν διά μουσικών οργάνων επιδιώκει τον σωματικόν νόμον τής Π.Δ. και μιμείται τους απειθούντας εις τον Θεόν Ιουδαίους. Τηρεί παρανόμως εντολήν παλαιάν, τοπικήν, προσωρινήν, η οποία κατηργήθη υπό του Κυρίου… εγκαταλείπει τον χριστιανισμόν και οπισθοδρομεί εις τον καταλυθέντα Ιουδαϊσμόν. Οι λατρεύοντες τον Θεόν ενοργάνως εκπίπτουν από τον χριστιανισμόν εις την αίρεσιν τού Ιουδαϊσμού».


Εντυπωσιακή είναι και η τοποθέτηση του Στέλλιου Ράμφου: «Οι πιστοί (στη Δύση) πασχίζουν να κατανοήσουν το Θείο Κάλλος, και να το αναπαραστήσουν, κατεβάζοντάς το στα γήινα δεδομένα. Αλλά, έτσι, το Τέλειο δεν καταβιβάζεται απλώς, υποβιβάζεται και υποβαθμίζεται σε ατελή σχήματα και στα μάτια των ανθρώπων σχετικοποιείται. Παρόλη την παρατηρούμενη μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητα του τεχνουργούμενου έργου (ενοργάνως ή πολυφωνικώς μουσικού), απουσιάζει η εσωτερικότητα, η μεταφυσική αναζήτηση, η προτύπωση του ακατανόητου και ασύλληπτα υπερφυσικού Θείου Κάλλους. Αντιθέτως, η ανόργανος και μονοφωνική εκκλησιαστική μουσική τής Ανατολής δεν αποσκοπεί να αποβεί όσο το δυνατόν περισσότερο εκφραστική τού Θείου Κάλλους, το οποίο ουσιαστικώς είναι απερίγραπτο, αλλά χρησιμοποιείται αναγωγικά για βοηθητικούς σκοπούς. Ο πιστός καλείται να συμμετάσχει στη θεία λατρεία με όλη του την οντότητα, με όλες του τις αισθήσεις. Και στην προσπάθειά του αυτή ευρίσκει αρωγούς και αναγωγείς των αισθήσεων, για μεν την όραση τις βυζαντινές εικόνες, για την ακοή την έλλογο μουσική, για την όσφρηση το ευώδες θυμίαμα, για την αφή την αποτύπωση του Τιμίου Σταυρού επί του σώματος, για δε τη γεύση το υπερφυές και μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας… Έτσι, η κτίση ανάγεται στον ουρανό. Δεν καταβιβάζεται κατά κάποιο μαγικό τρόπο όλος ο ουρανός στην κτιστότητα. Μέσα στο πλέγμα τής σοφίας τού Αγίου Πνεύματος, το όποιο σαφώς και εμφανώς καθοδηγεί τους αγίους Πατέρες, εντάσσεται και η μονοφωνική ανόργανος μουσική, πού με τη σειρά της αποβλέπει στην προβολή τού λόγου και εξυπηρετεί τη λογική λατρεία τού Θεού. Έτσι, ο πιστός κατορθώνει να εξυψώνει το φρόνημα του «από της γης εις τα άνω», αποθέτοντας στα χέρια τού Ιησού Χριστού «πάσαν βιωτικήν μέριμναν». Η ενόργανη μουσική δεν προσιδιάζει στην απλότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι ένα πολυδαίδαλο οικοδόμημα, στους θόλους και τη διαρρύθμιση του οποίου ο εισερχόμενος εμπλέκεται επικίνδυνα και παραπλανάται. Με μέσο την ενόργανη και πολυφωνική μουσική, ο συμμετέχων πιστός μετατρέπεται σε παθητικό ακροατή, ο οποίος αρκείται σε μία απλή συναισθηματική έξαρση. Νομίζει πώς οδηγείται στον Θεό μέσω τής έξωθεν επιβαλλόμενης χαράς ή θλίψεως, μέσω τής ανεξέλεγκτης ευχαρίστησης, που ίσως να οδηγεί σε ηδονή των αισθήσεων, αλλά τελικώς αποτυγχάνει την επικοινωνία με τον Θεό, γιατί δεν καταφέρνει να του απευθυνθεί μαζί με τον υμνωδό, «ως o άσωτος υιός ήλθον καγώ, Οικτίρμων, δέξαι με μετανοούντα και ελέησόν με».


Εξίσου σοφή και η παρατήρηση του Φώτη Κόντογλου: «Η εκκλησιαστική μας υμνωδία είναι μουσικός λόγος, δηλαδή η μουσική συνοδεύει τον λόγο για να τον τονίσει, για να του δώσει ζωηρότερη έκφραση. Κι είναι ανόργανη και μονοφωνική, ώστε να καθορίζει τις λέξεις καθαρά, ενώ η ενόργανη και πολυφωνική μουσική τής δύσης, παρεκτός που είναι κοσμική και ακατάλληλη για να προκαλέσει κατάνυξη, εξουδετερώνει τον λόγο, τον συγχύζει και επικρατεί αυτή».

Πηγή : Εφημερίδα Θεσσαλία https://e-thessalia.gr/thysia-aineseos-kai-ti-megali-tessarakosti/