2024/03/31, Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς και “νοερά προσευχή” – Πρέπει να ψάλλονται Αργά Μέλη στην Ορθόδοξη Λατρεία;

Μοιραστείτε το άρθρο:

Μνήμη σήμερα Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359), του «αριστέως των Ησυχαστών»! Πολλοί θεωρούν ότι εξαιτίας του έγινε η Ογδόη Οικουμενική Σύνοδος, της οποίας εκκρεμεί η αναγνώριση ως Οικουμενικής! Η Δύση τον απέρριψε και τον πολέμησε με μανία, γιατί δεν τον κατάλαβε! Σε ηλικία 17 ετών (το 1313) του ανετέθη να εκφωνήσει λόγο για τον Αριστοτέλη στα ανάκτορα της Πόλης ενώπιον του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’. Ομίλησε τόσο εντυπωσιακά, που είπαν για τον νεαρό ομιλητή, «ο ίδιος ο Αριστοτέλης να ήταν παρών, θα τον επαινούσε». Σε αυτή την ηλικία εγκατέλειψε τις σπουδές, προσκολλήθηκε στον Θεόληπτο Φιλαδελφείας και μυήθηκε στον ησυχασμό και τη «νοερά προσευχή» («Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελεησόν με»). Αρχικά, στο Παπίκιο όρος, μετά στον Άθω, στη Βέροια και πάλι στο Όρος, επιδόθηκε σε αυστηρή άσκηση με εγκλεισμό και αδιάλειπτη προσευχή. Ως μοναχός και ως κληρικός, μάλιστα Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, πέρασε μεγάλες περιόδους διωκόμενος, φυλακιζόμενος, αιχμάλωτος των Τούρκων, στο επίκεντρο ερίδων μεταξύ Παλαιολόγων και Καντακουζινών, ανώτατων κληρικών και μοναχών, ενωτικών και ανθενωτικών, ησυχαστών και αντιησυχαστών, πάντοτε με μετριοπάθεια. Ποτέ, βεβαίως, δεν απεμπόλησε την Ορθοδοξία, δεν εκάμφθη από τις περιστάσεις, δεν έπαψε να συγγράφει ή να κηρύττει, δεν εγκατέλειψε τη «νοερά προσευχή» και τους αδύναμους ησυχαστές μοναχούς, που βρέθηκαν επί μακρόν στο μάτι του κυκλώνα. Αν σήμερα η Ορθοδοξία φυλάσσει τη «νοερά προσευχή», το οφείλει στον Γρηγόριο Παλαμά, ο οποίος μόλις 9 έτη μετά την κοίμησή του, το 1368, ανεγνωρίσθη ως Άγιος και κατετάγη στο Ανατολικό Αγιολόγιο με τη συμβολή των Πατριαρχών Καλλίστου και Φιλοθέου. Η μνήμη του τοποθετήθηκε στη Β’ Κυριακή των Νηστειών, ακριβώς μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, διότι, η νίκη των Ορθοδόξων στο πρόσωπο του Παλαμά έρχεται ως συνέχεια της νίκης της Εκκλησίας υπέρ των Αγίων Εικόνων.
Πολλά οφείλει η Ορθοδοξία στον Παλαμά και για τα συγγράμματά του περί Αγίου Πνεύματος, κατά των Λατινοφρόνων Ιωάννου Βέκκου, Ακινδύνου και Βαρλαάμ, υπέρ των ησυχαστών, κατά των ποικίλων ερίδων, για την ανάδειξη της θεολογίας ως υπερτέρας της φιλοσοφίας, για τη γνώση των Ακτίστων Ενεργειών του Θεού, περί του Ακτίστου Φωτός, περί του συγχρόνως καταληπτού και ακαταλήπτου Θεού, δηλαδή, περί καταφατικής και αποφατικής θεολογίας, περί του εφικτού της θεώσεως του ανθρώπου, και άλλα. Εμείς θα μείνουμε μόνο στο ζήτημα της «νοεράς προσευχής».

Τι ακριβώς είναι «νοερά προσευχή»; Μέγα ζήτημα. Ο πλέον αναρμόδιος να γράψω επ’ αυτού είμαι εγώ, όμως με δυο λόγια θα περιγράψω ό,τι γνωρίζω εκ της βιβλιογραφίας. Η «μονολόγιστη ευχή» «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελεησόν με» είναι μία συντομότατη, αλλά πολύ περιεκτική προσευχή. Το «Κύριε» ομολογεί τη Θεότητα του Ιησού Χριστού, του ενανθρωπίσαντος δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Το «Ιησού» ομολογεί, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός της Κτίσεως (διά του Οποίου εν Αγίω Πνεύματι ο Πατήρ δημιούργησε τα σύμπαντα) έγινε τέλειος άνθρωπος-Θεάνθρωπος και έλαβε το όνομα Ιησούς. Το «Χριστός» ομολογεί, ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου. Με το «ελέησόν με», ο πιστός παρακαλεί τον Θεό να οικονομήσει τη ζωή του όπως Εκείνος αγαπά, γνωρίζει και μπορεί. Δε ζητά, δηλαδή, κάτι συγκεκριμένο, γιατί δε γνωρίζει τι του χρειάζεται, τι τον συμφέρει, ούτε πώς να το επιτύχει και αν μπορεί να το επιτύχει. Ουσιαστικά, ο πιστός δε ζητά τίποτε, αλλά με το «ελέησόν με» τα ζητά όλα.
Λένε οι γνώστες του πράγματος, και διαβάζουμε σε σχετικά βιβλία, ότι πρέπει στην αρχή να ξεκινήσει κανείς να λέει τη «μονολόγιστη ευχή» αδιάκοπα και φωναχτά· με τα χείλη. Σιγά – σιγά, αυτή η επιμονή γίνεται συνήθεια και ο άνθρωπος που προσπάθησε το πρώτο βήμα αρχίζει να λέει την ευχή αδιάκοπα από μέσα του, με ένα μηχανικό τρόπο (όπως, ας πούμε, όταν περπατάμε και μετράμε τα βήματά μας από μέσα μας, μηχανικά…). Φαίνεται ότι αυτή η συνήθεια γίνεται σταδιακά εγκεφαλική διαδικασία, ώστε ο νους αρχίζει να σκέφτεται και να κατανοεί αυτό που μονολογεί. Έτσι γίνεται «νοερά προσευχή». Υπάρχει άλλο ένα στάδιο, που η ασκητική παράδοση το ονομάζει «καρδιακή προσευχή»: Φεύγει η ευχή από τον νου και κατεβαίνει στην καρδιά. Στην περίπτωση αυτή περιγράφεται ένα φαινόμενο «καρδιακής ζέσης» (= ζεστασιάς), κάτι σαν αυτό που είπαν οι δυο Μαθητές που συνάντησαν τον Αναστημένο Ιησού στον δρόμο προς την Εμμαούς: (Λουκ. κδ’, 32) «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ;». Μένοντας σε αυτή την κατάσταση οι μεγάλοι άγιοι ασκητές, αξιώθηκαν να δουν το Άκτιστο Φως της Τριαδικής Θεότητος, για το οποίο τόσους αγώνες έδωσε ο Γρηγόριος Παλαμάς. Λέγεται, μάλιστα, ότι μέσα σε αυτή την εμπειρία οι ασκητές σταματούσαν να λένε την ευχή και απλώς ψέλλιζαν «Κύριε, Κύριε…» ή «Ιησού, Ιησού…» ή έπαυαν και τελείως!
Έρχομαι, τέλος, στο ερώτημα του τίτλου: Πρέπει να ψάλλονται «αργά μέλη» στη Λατρεία; Το ζήτημα ακούγεται τελείως άσχετο. Είναι, όμως; Είναι, πάντως, επίκαιρο, λόγω των Χαιρετισμών, όπου ψάλλεται πολύ αργά ο γνωστός μας ύμνος «Τη Υπερμάχω…».

«Αργά μέλη» είναι εκείνες οι αργόσυρτες μελωδίες με τα πολλά «α, α» και «ω, ω» για τα οποία συχνά παραπονιούνται οι πιστοί ότι κουράζουν και δημιουργούν πλήξη. Τα μέλη αυτά συχνά απορρίπτουν και ορισμένοι κληρικοί, φθάνοντας σε αντιπαραθέσεις με τους ιεροψάλτες. Λένε, «έχουν αλλάξει οι καιροί και αυτά δεν πρέπει να ψάλλονται πλέον». Είναι, άραγε, εσφαλμένη η παράδοση αιώνων, που εισήγαγε -συχνά απαίτησε- αργές μελοποιήσεις στη Λατρεία; Όχι! Τα «αργά μέλη» έχουν λόγο στη λατρευτική πράξη. Εκείνο που άλλαξε είναι ότι «εψύγη η των πολλών αγάπη», όχι για την Ψαλτική, αλλά για προσευχή.

Η Ορθόδοξη Λατρεία είναι Λογική Λατρεία· όχι συναισθηματική. Ο πιστός πρέπει να κατανοήσει τι έκανε και τι κάνει ο Θεός γι’ αυτόν και για τον κόσμο και μετά να πιστέψει και να ευλογήσει τον Θεό. Για να κατανοήσει, όμως, πρέπει να προσέξει καλά τα ιερά λόγια των ύμνων και των αναγνωσμάτων, να τεντώσει τα αυτιά, να συγκεντρώσει τον νου και να βρίσκεται σε εγρήγορση. Συγχρόνως, να παλέψει με ένα σωρό αντιξοότητες, όπως η δύσκολη γλώσσα της Λατρείας, τα πυκνά νοήματα και οι περίπλοκες ποιητικές διατυπώσεις με το βαθύ θεολογικό περιεχόμενο, αλλά και οι μουσικές κακοτεχνίες ψαλτών και κληρικών, οι αδυσώπητες ηχητικές εγκαταστάσεις, η σωματική κούραση και το βάρος του βίου. Πρόκειται για μεγάλη πνευματική κόπωση, πραγματικό άθλο. Έβαλε, λοιπόν, η Εκκλησία (δηλαδή, το Πανάγιο Πνεύμα) και τα «αργά μέλη» στη Λατρεία της, ώστε όταν ψάλλονται αυτά ο πιστός να ξεκουράζεται. Τα «αργά μέλη» έχουν συνήθως μικρό και γνωστό κείμενο, πολύ γνωστά τροπάρια, όπως το «Τη Υπερμάχω…», ή σύντομους στίχους (π.χ. «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών· αλληλούια»). Ο πιστός δε χρειάζεται να παρακολουθήσει κάτι εκείνη την ώρα. Γνωρίζει τι ψάλλουν οι ψάλτες. Μπορεί, λοιπόν, το «αργό μέλος» και αναπαύει τον νου από την ένταση της προσοχής και ο πιστός να συμμαζεύεται στην καρδιά του και να προσεύχεται λέγοντας τη «νοερά προσευχή». Αυτό, όμως, για να το κάνει ο πιστός πρέπει κάποιος να του το διδάξει, να τον ενημερώσει, να τον προετοιμάσει: «Αδερφέ, τώρα είναι ευκαιρία προσωπικής προσευχής. Όλα τα άλλα ήταν συλλογικό βίωμα. Τώρα είσαι μόνος σου με τον Κύριο. Άνοιξέ Του την καρδιά σου και μη δυσανασχετείς με τα αργά ψαλλόμενα, γιατί αυτά προσφέρονται για σένα. Για σένα κοπιάζουν τώρα οι ψάλτες. Αυτοί δεν έχουν το πλεονέκτημα που έχεις εσύ τούτη τη στιγμή…». Οφείλει ο ιερός κλήρος να διδάσκει προσευχή και ενεργό μετοχή στη Λατρεία, αλλά και υπακοή και εμπιστοσύνη στην παράδοση των Πατέρων, σε ό,τι εκείνοι θέσπισαν, καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα.
Όταν κανείς προσεύχεται, δε μένει χρόνος να βαρεθεί. Αν προς στιγμή μετεωρισθεί ο νους στα εγκόσμια, η αγάπη για προσευχή θα τον επαναφέρει γρήγορα. Κι όταν τελειώσει το «αργό μέλος», ο πραγματικά προσευχόμενος θα επανέλθει βίαια και θα παραπονεθεί: «Δε βάσταγε λίγο ακόμη;».
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ας εύχεται για όλους μας. Αμήν.

Πηγή : Εφημερίδα Θεσσαλία https://e-thessalia.gr/prepei-na-psallontai-arga-meli-stin-orthodoxi-latreia/